Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΜΠΟΥΤΑΡΗ ΚΑΙ Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΒΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.




Θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσει κανείς την ομιλία του Μπουτάρη στο Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης μετά τον προπηλακισμό που υπέστη στην συγκέντρωση μνήμης των Ποντίων.
Σε αυτή δίνει ένα μάθημα σε όλους τους πατριδοκάπηλους του τι σημαίνει γνήσιος πατριωτισμός.
Όμως οι εικόνες βίας που είδαμε (στο ποστ μου ΟΥΣΤ ! ΓΕΛΟΙΟΙ ΠΑΤΡΙΔΟΚΑΠΗΛΟΙ! μπορείτε να δείτε το σχετικό βίντεο) δεν είναι πλέον κάτι το πρωτόγνωρο στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα.
Στο κείμενο της Κατερίνας Παναγοπούλου Όταν για χρόνια χάιδευες τον τραμπουκισμό, εξέθρεφες τραμπούκους  αναφέρεται σαφώς πως η εργαλειοποίηση της βίας έχει παρελθόν αναγράφοντας μάλιστα και χαρακτηριστικές περιπτώσεις βίας στο πρόσφατο παρελθόν.
Είναι ευνόητο ότι περιστατικά βίας σε πολιτικά πρόσωπα, σε μια κοινωνία μάλιστα που βρίσκεται σε κρίση, μόνο με ένα τρόπο μπορούν να εξαλειφθούν. Αυτός δεν είναι άλλος παρά η απερίφραστη και χωρίς μισόλογα, καταδίκη τους από όλες τις πολιτικές παρατάξεις και η ταυτόχρονη σύλληψη και καταδίκη των αυτουργών των επιθέσεων.


Δυστυχώς και στα δύο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδεολογικά αντίθετος και τόσο οι ανακοινώσεις του καταδίκης της βίας έχουν πάντα και το -ναι μεν αλλά- όπως επίσης και το ασύλληπτο των βιαιοπραγούντων, όπως ο Ρουβίκωνας, που ακόμα και αν συλληφθούν μέλη του διατάσσονται, από τον πρόεδρο της Βουλής μάλιστα, να τους επιστρέψουν τα περιπολικά πίσω εκεί που τους συνέλαβαν!
Σαφέστερα δε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κυρίτσης μας εξήγησε πως:  «Ο Ρουβίκωνας είναι πολιτική ομάδα που κάνει ακτιβισμό»Δεν μπορείς λοιπόν να συλλάβεις ακτιβιστές που το μόνο που κάνουν είναι να επιτίθενται σε πρεσβείες, να σπάνε συμβολαιογραφεία ή να μπουκάρουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας!


Αυτή την αντίληψη ανοχής της βίας διαπιστώνει κανείς ακόμα και από το πρωθυπουργικό twitter για την επίθεση στον Μπουτάρη, όταν με την διατύπωση του αποδέχεται πως θα υπήρχε έστω κάποια δικαιολογία των προπηλακισμών αν ήσαν τουλάχιστον  αγανακτισμένοι πολίτες!
Για το ίδιο θέμα  γράφει ο Μάνος Βουλαρίνος στο Η σαπίλα της Ελλάδας:
Μιλάμε για τη χώρα στην οποία ο πρωθυπουργός βγάζει ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία η μόνη κακή βία είναι η ακροδεξιά βία. Μια ανακοίνωση στην οποία με σαφήνεια δηλώνεται πως σε περίπτωση που η βία ασκείται από αγανακτισμένους πολίτες ή από συγκεντρωμένο πλήθος, μπορεί να είναι και δικαιολογημένη. Μια ανακοίνωση που, είτε από πνευματική ανεπάρκεια είτε από πεποίθηση (μπορεί και από συνδυασμό των δύο), είναι ένα τσαχπίνικο κλείσιμο του ματιού στη βία. Στην καλή βία. Σ’ αυτή τη βία που γουστάρει και υπερασπίζεται ο πρωθυπουργός της σάπιας χώρας που λέγεται Ελλάδα. Και μπράβο του.
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει γράφει ο Πλάτων στο Συμπόσιο του και αυτό επιβεβαιώθηκε πλήρως από τον έτερο, συνήθως λαλίστατο, κυβερνητικό συνεταίρο του Τσίπρα, που είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός που δεν καταδίκασε την επίθεση στον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης.
Πως θα μπορούσε βέβαια να την καταδικάσει όταν ο ίδιος προέτρεπε σε βία με το περίφημο «λιντσάρετε τον Πάχτα» και για το οποίο μάλιστα δικαιώθηκε από την αδέκαστο ελληνική Δικαιοσύνη!
Η ανοχή, αν όχι η χρήση της βίας για την ιδεολογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ, έχει βέβαια και θεωρητικό υπόβαθρο!


 Το θέμα περί «καλής» και «κακής» βίας το έχει αναπτύξει επαρκώς στο παρελθόν ο μεγάλος διανοητής του ΣΥΡΙΖΑ Κατρούγκαλος και μπορείτε να  διαβάσετε σχετικά στο ποστ  ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΙΣΜΟΣ, Ο ΝΕΟΣ ΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Δυστυχώς έχει δίκιο ο Μ.Βουλαρίνος  όταν γράφει πως:
Μιλάμε για τη χώρα στην οποία μπορείς να βανδαλίσεις όπου θέλεις, να απειλήσεις όποιον θέλεις, να καταστρέψεις ό,τι θέλεις, να αποκλείσεις όποιον δρόμο και όποιο πεζοδρόμιο θέλεις, να καταλάβεις όποιον χώρο θέλεις, να κάνεις ό,τι θέλεις, αρκεί να το κάνεις με τσαμπουκά. 


Και δυστυχώς κινδυνεύουμε, όταν τα παραπάνω καταντούν καθημερινότητα να τα συνηθίσουμε, όποτε τότε θα επιβεβαιωθεί ο Μάνος Χατζιδάκις που είπε:
Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

ΟΥΣΤ ! ΓΕΛΟΙΟΙ ΠΑΤΡΙΔΟΚΑΠΗΛΟΙ!




Δεν συνηθίζω να αναδημοσιεύω ολόκληρα άρθρα και μάλιστα σχεδόν ταυτόχρονα με την δημοσίευση τους. Η σημερινή εξαίρεση με το άρθρο του Σταύρου Τζίμα  γίνεται γιατί αφ΄ενός προσυπογράφω κάθε λέξη από  το κείμενο του, ενώ ταυτόχρονα  με κατέχει έντονη αγανάκτηση από τις αθλιότητες που έγιναν στην Θεσσαλονίκη από «ελληναράδες» που ο πατριωτισμός τους, λόγω μικρόνοιας, εκδηλώνεται αντί με επιχειρήματα με γρονθοκοπήματα. Οι υπογραμμίσεις στο κείμενο είναι δικές μου.




Άμεση Ανάλυση: Τοξικός «πατριωτισμός»
Η απόπειρα λιντσαρίσματος του Γιάννη Μπουτάρη, γιατί περί αυτού επρόκειτο, στο πλαίσιο της συγκέντρωσης για την γενοκτονία των Ποντίων, με μουσική υπόκρουση μάλιστα τον… εθνικό μας ύμνο και το «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα», πρέπει να μας προβληματίσει.
Ο Γιάννης Μπουτάρης έπεσε θύμα του τοξικού κλίματος που καλλιεργείται στη Βόρεια Ελλάδα και φυσικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης με αφορμή τα ανοιχτά εθνικά θέματα και όχι μόνο.
Ο Μπουτάρης είναι ένα είδος πολιτικού, αν μπορούμε να τον πούμε  έτσι, που δεν διατάζει να εκφράζει με θάρρος την γνώμη του και να πάει ενάντια στο ρεύμα εάν πιστεύει ότι έτσι είναι  το σωστό. Και για τον λόγο αυτό  έχει στοχοποιηθεί από τους πάσης φύσεως  αυτόκλητους υπερασπιστές του έθνους, που σήμερα το απόγευμα, κάποιοι εξ αυτών, βρήκαν την ευκαιρία να του «την πέσουν». Το πώς τον προστάτευσαν οι οργανωτές αλλά και η αστυνομία, είναι ένα θέμα που σηκώνει συζήτηση.
Ας πούμε όμως τα πράγματα με το όνομά τους: Ο Γιάννης Μπουτάρης ενοχλεί διότι άνοιξε για την Θεσσαλονίκη «παράθυρα» στον κόσμο. Την μετέτρεψε από πόλη «σκαντζόχοιρο», λόγω των φοβιών που καλλιεργούσαν οι κατά καιρούς ταγοί της γύρω από -τι άλλο;-την ελληνικότητά της, σε έναν  ελκυστικό τουριστικά  προορισμό  για εθνότητες που μέχρι τότε ήταν σχεδόν αποκλεισμένες, ως «εχθρικές».
Το  ξέρουν όλοι, και όσοι δεν θέλουν να το παραδεχθούν ας ρωτήσουν τους καταστηματάρχες, ότι η οικονομία της πόλης αναπνέει εν πολλοίς από τα χρήματα που αφήνουν οι χιλιάδες Τούρκοι, Εβραίοι, σκοπιανοί και άλλοι δυνάμει επικίνδυνοι «εχθροί του έθνους», που καταφθάνουν κατά χιλιάδες καθημερινά.
Όταν ο Γιάννης  Μπουτάρης πριν μερικά χρόνια είχε φέρει μια αποστολή Τούρκων μεγαλοεπιχειρματιών (Κοτς, Τάρα κ.α) ήταν κάποιοι όμοιοι αυτών που σήμερα τον γρονθοκοπούσαν που κραύγαζαν εν χορό «Μπουτάρη ζούμε στον τάφο να σε δούμε…». 
Ήταν θέμα χρόνου να συμβεί αυτό που συνέβη σήμερα στον δήμαρχο, ο οποίος, κυκλοφορεί ως απλός πολίτης δίχως διμοιρίες των ΜΑΤ ελεύθερα στην πόλη και ελεύθερα εκφράζεται. Αυτή η ελευθερία έκφρασης διαφορετικής γνώμης, γύρω από θέματα ταμπού, στο όνομα του «πατριωτικά ορθού», είναι που γρονθοκοπήθηκε μπροστά στο Λευκό Πύργο και κατά την υποστολή της σημαίας, στο πρόσωπο του Μπουτάρη. Τηρουμένων των αναλογιών και των μεγεθών βεβαίως, μήπως η γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων δεν έγιναν στο όνομα της «εθνική καθαρότητας», από του Τούρκους; Τι ειρωνεία, αλήθεια.
Όμως το πράγμα κινδυνεύει να ξεφύγει. Τα όσα ακούγονταν στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία από οργανωμένες κλάκες  υπό την ανοχή των οργανωτών, έκαναν έναν λογικό άνθρωπο να  ανατριχιάζει. Οι κραυγές,  οι αποδοκιμασίες και τα χυδαία συνθήματα, που συνόδευαν τον  « πατριωτικό συνετισμό» του «Τουρκόσπορου» δημάρχου, πρέπει να  λειτουργήσουν ως καμπανάκι.
Σήμερα ήταν ο Μπουταρης, αύριο θα είναι κάποιος άλλος, βουλευτής, δημοσιογράφος, πανεπιστημιακός, απλός πολίτης, που δεν θα τυγχάνει της αρεσκείας, όλων εκείνων που κυκλοφορούν δημόσια με… πατριωτόμετρα. 
Θυμάμαι την Αλεκα Παπαρηγα το 1992  να προπηλακίζεται άγρια στη Θεσσαλονίκη γιατί τόλμησε να μιλήσει για σύνθετη ονομασία στο Μακεδονικό. Τώρα γρονθοκοπείται ο δήμαρχος της πόλης, όχι γιατί δεν μπόρεσε να μαζέψει τα σκουπίδια, αλλά διότι λειτουργεί ως «δούρειος ίππος», των εχθρών του έθνους, γιατί πιστεύει και εκφράζει δημόσια κάτι διαφορετικό από το δικό τους.
Κάποιοι, δυστυχώς, επενδύουν πολιτικά, κοινωνικά αλλά και οικονομικά με αφορμή τα εθνικά (όχι μόνο), θέματα πάνω σε αυτήν την νοσηρή και  ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ για την ΧΩΡΑ, ατμόσφαιρα την οποία τροφοδοτούν.
Όλοι αυτοί που με ρητορική μίσους γύρω από τα ευαίσθητα εθνικά θέματα στοχοποιούν την  αντίθετη άποψη,  δεν μπορεί παρά  να είναι συνένοχοι εκείνων που απόψε χτυπούσαν με γροθιές και κλοτσιές τον Γιάννη Μπουτάρη.
Και, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε εάν συλληφθούν οι δράστες και ποια θα είναι η εξέλιξη της υπόθεσης. Εδώ είμαστε.   

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΑΥΘΗΜΕΡΟΝ




Οι εικόνες από την επίθεση των άνανδρων και ανεγκέφαλων πατριδοκάπηλων είναι από το: Μπουτάρης: Ηταν μια άθλια επίθεση - Καταδικάζει ο πολιτικός κόσμος


Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ




Η συμπαθητική κυρία της φωτογραφίας είναι  η Nise da Silveira που είμαι σίγουρος πως οι περισσότεροι, δεν ξέρετε ποια είναι.
Ούτε και εγώ βεβαίως την ήξερα μέχρι που είδα την ταινία Nise: O Coracao da Loucura (Nise: The Heart of Madness) (2015) .


Η Nise da Silveira (1905-1999) ήταν η μόνη γυναίκα εν μέσω 157 ανδρών που αποφοίτησε από την ιατρική σχολή της Μπαχία στην Βραζιλία το 1926.


Παντρεύτηκε με τον συμφοιτητή της Mário Magalhães da Silveira με τον οποίο και έζησαν μαζί  όλα τα χρόνια μέχρι τον θάνατο του το1986.


Ασχολήθηκε με την ψυχιατρική, ήταν μαθήτρια του Carl Jung και ήταν από τους πρωτοπόρους στην εποχή της γιατί  αντιδρούσε στις τότε ευρέως εφαρμοζόμενες μεθόδους  της ψυχιατρικής στην σχιζοφρένεια που περιελάμβαναν εγκλεισμό σε ψυχιατρεία, ηλεκτροσόκ, ινσουλινοθεραπεία και λοβοτομές.
Οι φωτογραφίες της είναι σε διαφορετικές ηλικίες.



Το 1933 άρχισε να εργάζεται στη "Υπηρεσία Βοήθειας Ψυχοπαθών  και Ψυχικής Προφύλαξης" του Νοσοκομείου στην  Praia Vermelha του Ρίο.
Η Nise da Silveira ήταν μέλος της Εθνικής Απελευθερωτικής Συμμαχίας (ANL) και καταγγέλθηκε από νοσοκόμα για  κατοχή μαρξιστικών βιβλίων γεγονός που οδήγησε στη σύλληψή της το 1936 και την φυλάκιση της για 15 μήνες. Από το 1936 έως το 1944 παρέμεινε με τον σύζυγό της στην ημιπαρανομία, μακριά από  δημόσια υπηρεσία για πολιτικούς λόγους. Το διάστημα αυτό μελέτησε σε βάθος το έργο  του Σπινόζα με αποτέλεσμα αυτής της μελέτης να δημοσιεύσει το 1995  το βιβλίο "Επιστολές προς τον Σπινόζα".
Το 1944 επανεντάσσεται στη δημόσια υπηρεσία και ξεκινά το έργο της στο «Εθνικό Ψυχιατρικό Κέντρο Pedro II», στο Engenho de Dentro, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου επαναλαμβάνει τον αγώνα της κατά των ψυχιατρικών τεχνικών που θεωρεί επιθετικές για τους ασθενείς. Λόγω της διαφωνίας της με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν, αρνούμενη να εφαρμόσει ηλεκτροσόκ  σε ασθενείς, την τοποθετούν σε ένα παραμελημένο τμήμα και εκεί το 1946 ιδρύει στο ίδρυμα το «Τμήμα Επαγγελματικής Θεραπείας». Αντί για τα παραδοσιακά καθήκοντα καθαρισμού και συντήρησης που υπέβαλαν στους ασθενείς ως επαγγελματική θεραπεία, δημιουργεί εργαστήρια ζωγραφικής και μοντελοποίησης με σκοπό να τους επιτρέψει να αποκαταστήσουν τους δεσμούς τους με την πραγματικότητα μέσω της συμβολικής έκφρασης και της δημιουργικότητας.
Στην ταινία βλέπουμε πως η Nise da Silveira  αμέσως μετά τον διορισμό της, με υπομονή και επιμονή, καταφέρνει να κάνει τους ως τότε εγκαταλελειμμένους τροφίμους να ασχοληθούν με την ζωγραφική και σιγά σιγά να κοινωνικοποιηθούν, να αναφανούν δε γνήσια ταλέντα από αυτούς και να καταφέρουν τελικά αρκετοί από αυτούς να αποασυλοποιηθούν.
Μετά την έκθεση που έκανε με έργα των ασθενών, φημισμένα μουσεία σύγχρονης τέχνης άνοιξαν τις πόρτες τους σε καλλιτέχνες που κανείς δεν είχε ποτέ ακούσει μέχρι  τότε. Πολλοί κριτικοί τέχνης επεσήμαναν ότι αυτές οι εκθέσεις αποκάλυψαν ζωγράφους που πρέπει να κατατάσσονται μεταξύ των καλύτερων Βραζιλιάνων καλλιτεχνών του αιώνα.









Το 1952  ίδρυσε το Μουσείο των Εικόνων του Ασυνείδητου στο Ρίο ντε Τζανέιρο, ένα κέντρο μελέτης και έρευνας που συνέλεγε έργα ζωγραφικής. Στις παραπάνω φωτογραφίες μερικά από τα έργα του Μουσείου.
Το 1956  ιδρύει την  "Casa das Palmeiras",μια κλινική στην οποία τέως ασθενείς ψυχιατρικών ιδρυμάτων μπορούσαν να εκφραστούν καλλιτεχνικά ως εξωτερικοί ασθενείς σε καθημερινή βάση.
Ο Jung την ενθάρρυνε να παρουσιάσει ένα δείγμα από τα έργα των ασθενών της με τίτλο "Τέχνη και Σχιζοφρένεια", καταλαμβάνοντας πέντε δωμάτια στο " II Διεθνές Συνέδριο Ψυχιατρικής ", που πραγματοποιήθηκε το 1957 στη Ζυρίχη.  Επισκεπτόμενος μαζί της την έκθεση, την οδήγησε να μελετήσει τη μυθολογία ως κλειδί για την κατανόηση των έργων που δημιούργησαν οι ασθενείς της.


Η Nise da Silveira σπούδασε στο "Ινστιτούτο Carl Gustav Jung" σε δύο περιόδους: από το 1957 έως το 1958, και από το 1961 ως το 1962. Εκεί παρακολούθησε  ψυχανάλυση με τον βοηθό του  Jung, Marie Louise von Franz, και  επιστρέφοντας  στη Βραζιλία σχηματίσε  τη "Ομάδα Μελέτης Carl Jung", στην  οποία προήδρευε μέχρι το 1968. Έγραψε, μεταξύ άλλων, το βιβλίο «Jung: ζωή και εργασία» το 1968.
Το έργο της είχε διεθνή αναγνώριση, τιμήθηκε με πολλά βραβεία και ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχοπαθολογική έκφραση που εδρεύει στο Παρίσι.
Αρκετά από τα  έργα ασθενών της Nise da Silveira υπάρχουν εδώ
Ενδεικτικά λίγα από τα έργα του Fernando-Diniz ίσως του πιο γνωστού από τους ασθενείς της.





Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΗ 1968 ΣΗΜΕΡΑ




Έχουν περάσει 50 χρόνια πια από τον περίφημο Μάη του 1968, ο οποίος στην Ελλάδα μέσω χούντας και λογοκρισίας πέρασε μάλλον χωρίς να του δωθεί μεγάλη σημασία και χωρίς να αποκτήσει τότε την διάσταση που απέκτησε η μυθολογία του μετά την μεταπολίτευση.
Στο ένθετο του Βήματος της Κυριακής 6-5-2018 υπάρχει ένα αφιέρωμα σε αυτόν, στο οποίο παρουσιάζονται οι απόψεις αλλά και οι προσωπικές εμπειρίες για εκείνη την εποχή, από διάφορους αξιόλογους συγγραφείς.
Από ορισμένα  από αυτά τα άρθρα, παρουσιάζω παρακάτω μερικά, κατά την γνώμη μου, ενδιαφέροντα αποσπάσματα.


Γράφει ο Γιάννης Καρτάλης στο άρθρο του Ο Μάης του 2018 δεν είναι ο Μάης του 1968

Και όμως, στις αρχές της χρονιάς αυτής στη Γαλλία επικρατούσε ένα κλίμα που κάθε άλλο προμήνυε ό,τι ακολούθησε. «Η Γαλλία βαριέται» ήταν ο τίτλος της «Μοντ», της εγκυρότερης γαλλικής εφημερίδας, λίγες εβδομάδες πριν μπει ο Μάης. Αναφερόταν στα δέκα χρόνια που είχε συμπληρώσει στην εξουσία ο στρατηγός Ντε Γκωλ και στη γενικότερη κόπωση που είχε επιφέρει το καθεστώς της 5ης Δημοκρατίας. Και ήταν ακριβώς η κόπωση αυτή που θα οδηγούσε τη γαλλική κοινωνία, με επικεφαλής την πανεπιστημιακή νεολαία, στην εξέγερση.  Ήταν η εξέγερση της γενιάς των «μπέιμπι μπούμερς», δηλαδή όσων είχαν γεννηθεί αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι είχαν κατακλύσει τα πανεπιστήμια και ήθελαν να σπάσουν τα δεσμά μιας μεταπολεμικής κοινωνίας που είχε οδηγηθεί σε τέλμα. Ήθελαν την αλλαγή, χωρίς όμως να προσδιορίζουν και ποιο θα ήταν το περιεχόμενο της αλλαγής αυτής.
Αυτός είναι και ο λόγος που τα συνθήματα που κυριαρχούσαν ήταν κυρίως «η φαντασία στην εξουσία» ή το «απαγορεύεται το απαγορεύειν». Συνθήματα χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, που απέπνεαν έναν αφελή ρομαντισμό.


Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανωλάκης  γράφει στο Παρίσι, Κύθηρα, Καστοριάδης

Επανήλθα στα γεγονότα του παρισινού Μάη είκοσι χρόνια αργότερα, το 1988, οδηγημένος από ένα άρθρο του Καστοριάδη (Αντί, 373 [1988] 34-37). Αξίζει να θυμηθούμε κάποια σημεία του. «Με το κίνημα του Μάη», έγραφε, «συντελέστηκε μια τεράστιας έκτασης ανακοινωνικοποίηση, έστω και αν αποδείχτηκε παροδική (…) Εμπνέονταν όλοι από τις ίδιες διαθέσεις: αρνητικά, μια τεράστια απόρριψη της κενής ματαιότητας και της στομφώδους βλακείας που χαρακτήριζε τότε το ντεγκωλικό καθεστώς, (…) θετικά, η επιθυμία μεγαλύτερης ελευθερίας για τον καθένα και για όλους. Οι άνθρωποι ζητούσαν την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την κοινότητα. Δεν μπόρεσαν να βρουν τις θεσμισμένες μορφές που θα ενσάρκωναν σε διάρκεια τις επιδιώξεις αυτές. Και - πράγμα που σχεδόν πάντοτε ξεχνιέται - ήταν μειοψηφία μέσα στη χώρα. Η μειοψηφία αυτή κατάφερε να επιβληθεί για πολλές εβδομάδες, χωρίς τρομοκρατία και βία: απλώς επειδή η συντριπτική πλειοψηφία ντρεπόταν για τον εαυτό της και δεν τολμούσε να παρουσιαστεί δημόσια. Η μειοψηφία του Μάη θα μπορούσε  ίσως να γίνει πλειοψηφία αν είχε προχωρήσει πιο πέρα από τη διακήρυξη και τη διαδήλωση. Αυτό όμως απαιτούσε μια δυναμική άλλου τύπου, στην οποία προφανώς δεν θέλησε, ούτε μπόρεσε να μπει. Αν θέλει κανείς να καταλάβει πού βρισκόταν ο "ατομικισμός" του Μάη του '68, ας αναλογιστεί αυτό που, μετά την τροποποποίηση των συμφωνιών της Γκρενέλ, επισφράγισε τη συντριβή του κινήματος: τον επανεφοδιασμό των βενζινάδικων. Η τάξη αποκαταστάθηκε οριστικά όταν ο μέσος Γάλλος μπόρεσε ξανά, μέσα στο αμάξι του, μαζί με την οικογένειά του, να τσουλήσει προς την εξοχική κατοικία του ή τον χώρο όπου κάνει το πικνίκ του. Αυτό που επέτρεψε, τέσσερις εβδομάδες αργότερα, να ψηφίσει 60% υπέρ της κυβέρνησης».


Ο επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής Ανδρέας Παππάς  αναφέρει ένα χαρακτηριστικό  περιστατικό από εκείνες τις μέρες  στο κείμενο του  Ψευδαισθήσεις και απόηχοι

Μάης του 1968, Παρίσι.
Το προηγούμενο βράδυ έχει καεί για μια ακόμα φορά το πελεκούδι. Το πρωί, Παριζιάνος, μάλλον εργάτης, εν πάση περιπτώσει λαϊκός τύπος, σιχτιρίζει, καθώς βλέπει το αυτοκίνητό του να έχει γίνει καλοκαιρινό. Έλληνας διανοούμενος που βρίσκεται εκείνον τον καιρό στο Παρίσι (το όνομά του δεν έχει σημασία, έχει πεθάνει άλλωστε εδώ και χρόνια) τον βλέπει, κοντοστέκεται και, με το επαναστατικό του φρύδι σηκωμένο, τον κατακεραυνώνει «Bourgeois!». Ιστορίες όπως αυτή ίσως να μην παρουσιάζουν μόνον ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον. Ίσως να ρίχνουν και ένα πλάγιο έστω φως στην εν πολλοίς αντιφατική πραγματικότητα των ημερών εκείνων.


Ο ακαδημαϊκός  και καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ Θεόδωρος Παπαγγελής  αναφέρεται στην διάσταση μεταξύ διανοουμένων και εργατών στο άρθρο του Ο Μάης της ζωτικής μας μυθολογίας  

Όρθιος, πάνω σε αυτοσχέδια εξέδρα, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ κατηχούσε τους μεροκαματιάρηδες της Ρενό στην τρισυπόστατη Εδέμ φοιτητών, εργατών, διανοουμένων. Ωστόσο, παρά τις προσδοκίες του οι δύο βασικές συνιστώσες του Μάη του '68, οι φοιτητές και οι εργάτες, δεν βρήκαν ποτέ πραγματικά κοινό βηματισμό μέσα στον παρισινό ορυμαγδό. Και κάποια στιγμή, ενώ τα εργατικά συνδικάτα παζάρευαν αυξήσεις μισθών και καλύτερες συνθήκες δουλειάς, οι επαναστατημένοι της Σορβόννης και της Ναντέρ φιλοτεχνούσαν, με συνθήματα, οδοφράγματα και χάπενινγκ, τη δική τους Νεφελοκοκκυγία. Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, τα δρώμενα στα εργοστάσια της Ρενό λίγοι τα θυμούνται κι αυτό που παραμένει εγχάρακτο στη συλλογική μνήμη είναι πολύ περισσότερο η ουτοπική ευφορία μερικών εβδομάδων. Άλλωστε και ο ίδιος ο Σαρτρ, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το τι απτό, πρακτικό και συγκεκριμένο επιβιώνει από εκείνον τον Μάη, απάντησε: «Εγώ».


Η λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Exeter Ρόρη Λαμπρινή αναφέρεται στην επακόλουθη του Μαΐου 68 εξέλιξη  των συμετασχόντων σε αυτό, στο Από το ’68 της χειραφέτησης, στα πάθη του ’18

Η κοινωνική κινητικότητα και το πέρασμα πρωταγωνιστών από τα κινήματα στη συμβατική πολιτική και στην ελεύθερη αγορά στοιχειοθέτησαν την «ανάγνωση της γενιάς» των baby boomers που εξαργύρωσε τον νεανικό ριζοσπαστισμό σε κοινωνικό, επαγγελματικό και πολιτικό κεφάλαιο (Hervé & Rotman, 1987). Η τελεολογική αυτή εκδοχή των κινήτρων - που βρίσκει αναλογίες στην εγχώρια συζήτηση για την κληρονομιά της γενιάς του Πολυτεχνείου -  μπορεί να βρίσκει εφαρμογές σε έναν αριθμό επωνύμων που «έχτισαν καριέρες», δεν στάθηκε ικανή όμως να «ρευστοποιήσει την κληρονομιά του '68, μια και καλή» κατά την επιθυμία του Σαρκοζί το 2007. Πρόσφατες πολιτικές και κοινωνιολογικές έρευνες (Fillieule et al., 2018: Dormoy-Rajramanan & al., 2018) φωτίζουν «από τα κάτω» τις διαδρομές ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας των «ανωνύμων» συμμετεχόντων στο 1968, αναδεικνύοντας ότι παρέμειναν πιστοί στο αξιακό πλαίσιο του 1968 (αντιρατσιστές, οικολόγοι, κοινωνικά και οικονομικά αλληλέγγυοι), χωρίς αυτό να συνοδεύεται από υλική ή κοινωνική άνοδο.


Τέλος  ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης στο  Ο Μάης και η έφοδος στον ουρανό* γράφει για την συνθηματολογία του Μάη και για τα συνθήματα της, μερικά από τα οποία επέζησαν μέχρι τις μέρες μας.

Η επανάσταση  μπορεί να μην έγινε αλλά «ειπώθηκε». Και ειπώθηκε σύγχρονα, ποιητικά, με σλόγκαν που έγιναν διαχρονικά.
«Απαγορεύεται το απαγορεύεται» είναι μια φράση που δεν ξεχνιέται, όπως και το περίφημο «η φαντασία στην εξουσία». Κατά τη γνώμη μου όμως το κορυφαίο μακράν σύνθημα του Μάη του '68 ήταν το «κάτω από το πλακόστρωτο είναι η παραλία». Φράση βαθύτατα ποιητική, με πολλά επίπεδα, φράση που προϋποθέτει έναν τσιμεντένιο (απάνθρωπο) υλισμό που συμβολίζει το τετράγωνο μασίφ πλακάκι, στατικό και μπρουτάλ στην επαναλαμβανόμενη γεωμετρία του, μια στρώση με την οποία η ισοπεδωμένη κοινωνία πεζοδρομεί, θα λέγαμε, τη σκέψη, τη λαχτάρα, την επιθυμία. Και ταυτόχρονα όμως μια φράση ρεαλιστική διότι προέκυψε ως εξής: Στους δρόμους του Καρτιέ Λατέν, όταν ξήλωναν μια πλάκα, με σκοπό να τη χρησιμοποιήσουν, έβρισκαν από κάτω άμμο, μια και το πλακόστρωτο εδράζεται πάνω σε ένα στρώμα άμμου. Συνθήματα καλλιτεχνικά που βασίζονται σε παλαιότερες μορφές τέχνης, όπως λόγου χάρη τον ντανταϊσμό. Συνθήματα πιθανόν πιο δραστικά και από τα οδοφράγματα και από τις βόμβες Μολότοφ (ένα από αυτά το δήλωνε ξεκάθαρα: «Ο λόγος είναι βόμβα Μολότοφ». Και ένα άλλο: «Μιλάτε στους γείτονες, κατεβάστε ιδέες». Μια Επανάσταση του Λόγου; Οχι ακριβώς, αλλά δεν μου έρχεται στον νου καμία άλλη εξέγερση που να παρήγαγε τόσο πολλά τσιτάτα, αποφθέγματα, ευρηματικά λογοπαίγνια, μέχρι και μικρά ποιήματα. «Στους δρόμους που δεν είχε πριν κανείς βαδίσει / Διακινδύνεψε τα βήματά σου / Στις σκέψεις που δεν είχε πριν κανείς σκεφθεί / Διακινδύνεψε το κεφάλι σου». Η αμφισβήτηση περιλάμβανε και την παραδοσιακή Αριστερά όπως εύγλωττα υπαινίσσεται ένα ακόμη σύνθημα: «Αυτοί που μιλούν για επανάσταση και για ταξική πάλη, χωρίς να αναφέρονται στην καθημερινή πραγματικότητα, μιλούν με ένα πτώμα στο στόμα».


*«έφοδος στον ουρανό» Είναι το πιο αγαπημένο κλισέ κάθε αναταραχής, στο όνομα της επανάστασης- κάθε επανάστασης. Στον δρόμο για την κατάκτηση κάθε ουτοπίας, όσοι συμφωνούν και μάχονται γι΄ αυτή μιλούν για «έφοδο στον ουρανό». Έφοδο στον ουρανό έκαναν οι μπολσεβίκοι το 1917, αλλά έφοδος στον ουρανό έχει χαρακτηριστεί και η δράση της ομάδας Μπάαντερ-Μάινχοφ, που είχε έντονη τρομοκρατική δραστηριότητα στη Γερμανία. Έφοδος στον ουρανό έχει χαρακτηριστεί η δράση όσων συμμετείχαν στα βίαια γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, έφοδο στον ουρανό θεωρούν οι φίλοι του τον Δημήτρη Κουφοντίνα, που έχουν αναρτήσει στο Διαδίκτυο τις καταληκτικές στιγμές της απολογίας του στο δικαστήριο. Η Σέχτα θεωρεί ότι η δολοφονία Γκιόλια είναι το δικό της «άλμα για την έφοδο στον ουρανό» που επιζητούσε. 



Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ ΑΡΚΕΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΟΥ ΧΘΕΣ!




Όσοι έχουμε ζήσει στην «παλιά καλή εποχή»,ο εγκέφαλος μας,  μέσω του ψυχολογικού μηχανισμού του «εξωραϊσμού του παρελθόντος», θυμάται πολλά πράγματα με νοσταλγία και απωθεί από την μνήμη του τα δυσάρεστα.  
Αυτό όμως που δεν ξεχνάνε οι περισσότεροι είναι τα κρύα σπίτια τον χειμώνα και το πόσο βγάζαμε την μπέμπελη σε αυτά το καλοκαίρι, μιας και δεν υπήρχαν τότε κλιματιστικά και η θερμομόνωση των σπιτιών ανήκε στην σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.
Παρά το γεγονός ότι έχοντας γεννηθεί σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, που διέθετε στα δωμάτια σώματα καλοριφέρ, αυτό το μόνο που κατάφερνε ήταν να κόβει  λίγο το πολύ κρύο για τους εξής απλούς λόγους.
Στην κουζίνα υπήρχε αντίστοιχη σόμπα της φωτογραφίας που ζέσταινε το νερό για τα σώματα. Δούλευε με κάρβουνο και το κάθε διαμέρισμα είχε στο υπόγειο την καρβουναποθήκη του. Όπως καταλαβαίνει κανείς  στην οικογένεια δεν διαθέταμε θερμαστή ο οποίος να φέρνει κάρβουνο συνεχώς και να τροφοδοτεί την σόμπα μέρα νύχτα με αποτέλεσμα οι ώρες που τελικά λειτουργούσε  να είναι λίγες.


Αφ΄ετέρου τα δωμάτια ήταν ψηλοτάβανα και πολύ μεγάλα ώστε πχ στο μεγάλο χωλ του σπιτιού μπορούσα να πάρω ολόκληρη στροφή με το ποδήλατο της φωτογραφίας χωρίς να ακουμπήσω ή να ρίξω τα έπιπλα!
Το αποκορύφωμα ήταν ότι τα σώματα του καλοριφέρ είχαν τοποθετηθεί οική και ως έτυχε, με αποτέλεσμα να θερμαίνουν καλύτερα τα πιο θερμά δωμάτια και τα βορεινά να ξεπαγιάζουν!


Αναγκαστικά λοιπόν στα υπνοδωμάτια δούλευαν ηλεκτρικές σόμπες κοντά στα κρεβάτια τα οποία πολλές  φορές τα είχαμε  ζεστάνει  προηγουμένως με θερμοφόρες και όσοι δεν είχαν, με μπουκάλια με ζεστό νερό!
Το καλοκαίρι αντίθετα τα σπίτια ψηνόταν, οπότε το βράδυ πολλοί κουβαλούσαν τα στρώματα τους στις ταράτσες και τις βεράντες για να κοιμηθούν εκεί.



Αρκετά βράδια με καύσωνα είχα κοιμηθεί σε  Lit de camp, που το έστηνα στην πίσω βεράντα του σπιτιού. Το πρόβλημα ήταν ο ήλιος το ξημέρωμα και αν δεν ξύπναγες από αυτόν, σε ξύπναγαν τα κακαρίσματα από τις δύο κότες από το κοτέτσι που είχαμε εκεί.Το κοτέτσι προέκυψε όταν μου αγόρασαν, κατόπιν πιεστικής επιμονής μου, δύο πουλάκια που πουλούσαν τότε τα Χριστούγεννα και βλακωδώς με την αγορά υποσχέθηκα ότι θα τα φροντίζω.
Δεν είχα σκεφτεί πως τα πουλάκια γίνονται ταχύτατα κότες, οι οποίες εκτός από αυγά έχουν και την κακή συνήθεια να αφήνουν συνεχώς κάτι τεράστιες κοτσουλιές, τις οποίες με μαύρη ψυχή τις καθάριζα κάθε 2-3 μέρες με σπάτουλα από το μωσαϊκό της βεράντας!


Οι γονείς διέθεταν στο υπνοδωμάτιο τους ένα ανεμιστήρα, ηλεκτρικό είδος που τότε δεν ήταν φτηνό όπως σήμερα.
Όταν χάλασε μάλιστα, καθώς κάηκε ένα πηνίο του, προσπαθήσαμε με τον πατέρα μου να φτιάξουμε ένα νέο πηνίο αλλά η πολύωρη προσπάθεια μας στέφτηκε με παταγώδη αποτυχία.


Σήμερα η ραπτομηχανή της γιαγιάς διακοσμεί το σαλόνι της κόρης μου.
Ήταν από την προίκα της, ήταν πολύ περήφανη γι΄ αυτήν  και  εκείνα τα χρόνια αποτελούσε βασικό, απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο, σχεδόν καθημερινής χρήσης, που όλοι μας ξέραμε να το χρησιμοποιούμε .
Τα ρούχα τότε στοίχιζαν και η μεταποίηση τους αλλά και η χρήση τους από διαφορετικά άτομα για χρόνια, μέχρι να φθαρούν τελείως, ήταν αυτονόητη.
Όπως αυτονόητο ήταν πχ ότι άμα αγόραζες ένα πουκάμισο αυτό θα συνοδευόταν από δεύτερο γιακά και μανσέτες ώστε να μπορείς να τα αντικαταστήσεις άμα φθείρονταν.


Το κοστούμι του πατέρα μου, χωρίς κανένα πρόβλημα το φορούσα μετά εγώ στο σχολείο και στην συνέχεια το έδινα στον θυρωρό μας που το φόραγε μέχρι να διαλυθεί!  Μετέφερε δε τους σκουπιδοτενεκέδες της πολυκατοικίας πάντα κουστουμαρισμένος  στην σκουπιδιάρα, την μία μέρα με καρό σκωτσέζικο κουστούμι και την άλλη με μαύρο ριγέ επίσημο κοστούμι!



Λόγω του ότι εκείνα τα χρόνια, που η Αθήνα δεν είχε ακόμα μεταβληθεί στην σημερινή τσιμεντούπολη, οι χειμώνες είχαν σημαντικά χαμηλότερες θερμοκρασίες και ήταν απαραίτητο  να φοράει κανείς παλτό, το οποίο όμως στοίχιζε αρκετά λεφτά. Όπως μπορεί να δει κανείς στην φωτογραφία από την Σταδίου της 10ετιας του 50 ή από την Βαρβάκειο Αγορά, όλοι φορούν παλτό.
 Στο ποστ μου   ΑΓΑΠΗΤΕ ΑΔΕΛΦΕ ΒΑΣΙΛΕΙΕ το βασικό θέμα της επιστολογραφίας μεταξύ δύο αδελφών από ΗΠΑ σε Αθήνα μεταπολεμικά, ήταν η αποστολή ενός παλτού (βάλε ένα ράπτη να σου πάρει τα μέτρα...) αλλά και τροφίμων. 
Αλλά και στην δεκαετία του 50 ένα παλτό στοίχιζε ακριβά, έτσι ώστε με την αγορά του να σου χαρίζουν και ένα πικάπ, όπως γράφω στο ποστ  ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΠΩΣ ΑΚΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ
Η μητέρα μου συνεχώς μεταποιούσε  παλιότερα ρούχα  αλλά δεν της γλύτωναν ακόμα και καινούργια .Όταν γύρισε ο πατέρας της από την Αμερική, την 10ετια του 50, μου είχε φέρει ένα μακρύ παντελόνι, που ήταν και το πρώτο που αποκτούσα και το φόραγα καμαρώνοντας σαν γύφτικο σκεπάρνι.


Δυστυχώς πριν να προλάβω να το ευχαριστηθώ ένα απόγευμα, αποφράς ημέρα, ξύπνησα και αντί να βρω το ωραίο μακρύ μου παντελόνι βρήκα δύο κοντά! Η εικόνα του μαινόμενου ταύρου μπορεί να απεικονίσει πιστά το τι έγινε.


Όμως εκτός από την ραπτική η πλειονότητα των γυναικών εκείνα τα χρόνια έπλεκε μανιωδώς, όπου και να βρισκόντουσαν, και  το ίδιο βέβαια έκανε και η μάνα μου. Όταν ήταν στο ιατρείο είχε το πλεκτό της στο συρτάρι και μόλις βρισκόταν μόνη της συνέχιζε το πλέξιμο της. Επανειλημμένα βρισκόμουνα με τα χέρια τεντωμένα μπροστά κρατώντας το καινούργιο μαλλί για να το κάνει κουβάρι.
Συχνά δε ξήλωνε κάποιο παλιότερο πλεκτό και ξανάπλεκε με το μαλλί του  ένα νέο.


Ευτυχώς όλα όσα έπλεκε ήσαν χρήσιμα και δεν έφτανε στην υπερβολή της φωτογραφίας!
Μια εικόνα πολύ συχνή τότε ήταν ο δημόσιος θηλασμός των παιδιών χωρίς να αισθάνεται καμιά γυναίκα ντροπή να βγάλει το στήθος της και να θηλάσει το παιδί της.



Ο θηλασμός ήταν η φυσιολογική διατροφή των παιδιών και σε μερικά μάλιστα ακόμα και όταν πλέον αυτά περπατούσαν!
Όπως γράφω στο ποστ Η ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ το Δημοτικό ορφανοτροφείο που λειτουργούσε εκεί: Απασχολούσε δε θηλάστριες, για να θηλάζουν τα βρέφη  ενώ ένα επάγγελμα που δημιουργήθηκε λόγω του βρεφοκομείου ήταν του "προμηθευτού θηλαστριών"!
Όσες δεν θήλαζαν έπρεπε να φτιάξουν το κατάλληλο γάλα ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, βάσει των οδηγιών από τον παιδιάτρο.
Ακόμα θυμάμαι με απέχθεια τα χρόνια που ήμουν τελειόφοιτος φοιτητής ότι  στο μάθημα της Παιδιατρικής έπρεπε να μαθαίνουμε τις αραιώσεις για τα γάλατα που δίνουν στα νεογνά και τα βρέφη.
Μόλις εκείνα τα χρόνια είχαν αρχίσει να παρασκευάζονται από την βιομηχανία μερικά από τα πιο εξελιγμένα γάλατα, από το πλήθος που κυκλοφορούν σήμερα και οδήγησαν σταδιακά στην εγκατάλειψη του θηλασμού από πολλές μητέρες.
Είναι ελπιδοφόρο ότι τελευταία υπάρχουν κινήσεις που προωθούν στις νέες μητέρες τον θηλασμό και μάλιστα όπως παλιότερα χωρίς να ντρέπονται να θηλάζουν δημοσίως. 



Βέβαια δεν υπάρχει ανάγκη  η θηλάζουσα για να θηλάσει να καταφεύγει και σε ακροβατικά όπως η νεαρά στο βίντεο!